Ιερός Ναός

Όταν στις 2 Ιουλίου του 1878 ο αοίδιμος Δήμαρχος του Πειραιά Τρύφων Μουτζόπουλος τοποθετούσε τον θεμέλιο λίθο του Ιερού Ναού Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης Πειραιώς, η πόλη του Πειραιά είχε κιόλας σαράντα χρόνια ιστορίας. Το τοπίο δε θύμιζε τίποτε από το ερειπωμένο μοναστήρι του Αγίου Σπυρίδωνος με τα γύρω βοσκοτόπια στα τέλη της δεκαετίας του 1820. Ο Πειραιάς εξελισσόταν πλέον με ραγδαίους ρυθμούς σε μια πόλη αναπτυσσόμενη οικονομικά, εμπορικά, βιομηχανικά και πληθυσμιακά.

Μεταξύ 1836 και 1896, διαπιστώνεται αύξηση του πληθυσμού από 1071 κατοίκους το 1836 σε 51.020 κατοίκους το 1896, κατά 50.000 κατοίκους δηλαδή σε εξήντα χρόνια. Έτσι ο Ναός ανεγέρθηκε ώστε να καλύψει τις ανάγκες της πληθυσμιακά αναπτυσσόμενης πόλης.

Ο Ναός χτίστηκε σε οικόπεδα του Χιώτη εμπόρου Ηλία Βάβουλα. Οι συνθήκες δεν ήταν ομαλές εξαιτίας της διαμάχης μεταξύ των κληρονόμων του και του Δήμου του Πειραιά, όμως μετά από μακροχρόνιες αντιδικίες βρέθηκε συμβιβασμός τον Μάιο του 1883, χάρη στις ενέργειες του Δημάρχου Τρύφωνος Μουτζόπουλου.

Οι εργασίες ανοικοδόμησης ολοκληρώθηκαν το 1882, ενώ τα εγκαίνια έγιναν το 1887. Αρχικά τα έγγραφα αναφέρουν το Ναό ως «νέα Εκκλησία επί της πλατείας Κοραή» και μόλις το 1883 φαίνεται για πρώτη φορά να ονοματοδοτείται προς τιμήν του αυτοκράτορα Μεγάλου Κωνσταντίνου και της Αγίας Ελένης, που σταμάτησαν να κτίζουν αρένες στις οποίες σκοτώνονταν άνθρωποι και άρχισαν να κτίζουν Εκκλησίες μέσα στις οποίες σώζονται άνθρωποι.

Ο λόφος μεταξύ του κεντρικού λιμένα και του λιμανιού της Ζέας (Πασαλιμάνι) στον οποίο οικοδομήθηκε ο Ναός, μαζί με το Δημοτικό Θέατρο και τα γύρω διδακτήρια αποτελούσαν για χρόνια το κέντρο του Πειραιά και δείγμα της δύναμης και του κύρους της νέας πόλης. Τα κτίρια αυτά συγκέντρωναν τα βλέμματα των ταξιδιωτών όταν πλησίαζαν το λιμάνι μέχρι που κρύφτηκαν από άλλα οικοδομήματα, εξ’ αιτίας της άναρχης ανοικοδόμησης των μετέπειτα χρόνων.

ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ ΤΟΥ ΝΑΟΥ

Ο Ναός των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης είναι ένας από τους μεγαλύτερους και ωραιότερους ναούς του Πειραιά, χωρητικότητας 1200 ατόμων. Το σχέδιο του με τα επιβλητικά κωδωνοστάσια και τον ψηλό τρούλο θυμίζει πολύ τον Μητροπολιτικό Ναό των Αθηνών. Κτίστηκε σε σχέδια του αρχιτέκτονα Ιωάννη Λαζαρίμου και με μηχανικό τον Παναγιώτη Ζίζηλα, σε περιοχή η οποία είχε δοθεί σε Χιώτες που εγκαταστάθηκαν στο Πειραιά το 1835. Μάλιστα η οδός Αγίου Κωνσταντίνου αποτελούσε παλαιότερα την Χιακή Πλατεία.

Ο αρχιτέκτονας Ιωάννης Λαζαρίμος με σπουδές στο Παρίσι και το Μόναχο ανέλαβε λίγο αργότερα τον Άγιο Νικόλαο και το Δημοτικό Θέατρο του Πειραιά. Σχεδίασε τον Ναό με το βυζαντινό ρυθμό της σταυροειδούς βασιλικής με τρούλο, ωστόσο έδωσε και γραμμές νεοκλασικισμού στο οικοδόμημα, τάση που κυριαρχούσε την εποχή εκείνη στην Δυτική Ευρώπη και επηρέασε και τον Ελλαδικό χώρο.

Ο ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΣ ΔΙΑΚΟΣΜΟΣ ΤΟΥ ΝΑΟΥ

Πολλοί  αξιόλογοι αγιογράφοι, μαρμαρογλύπτες και άλλοι καλλιτέχνες διακόσμησαν το εσωτερικό του Ναού. Η αγιογράφηση πραγματοποιήθηκε σταδιακά επί δημαρχίας Θεοδώρου Ρετσίνα (1887-1891), αλλά και αργότερα. Κατά καιρούς αγιογράφησαν οι: Δροσόπουλος, Κ. Πρινόπουλος, Β. Κόττας, Δ. Γεωργαντάς, Π. Λεμπέσης, Κ. Λιβαδάς, Κ. Αρτέμης και Π. Μπάτας. Ακολούθησαν και αυτοί την δυτικοευρωπαϊκή τεχνοτροπία, δίνοντας ένα νατουραλιστικό ύφος στα έργα τους. Ο σημαντικότερος αγιογράφος του Ναού ήταν ο Πολυχρόνης Λεμπέσης, ο οποίος είχε σπουδάσει στη Σχολή Καλών Τεχνών του Μονάχου και αναδείχθηκε σε έναν από τους αξιολογότερους Έλληνες  ζωγράφους. Τα προσκυνητάρια καλλιτέχνησαν οι μαρμαρογλύπτες Νικόλαος Σπανός και Φίλλιπος Ρήγος.

 ΛΕΙΤΟΥΡΓΟΙ ΚΑΙ ΨΑΛΤΕΣ ΤΟΥ ΝΑΟΥ

Σπουδαίο είναι και το πνευματικό έργο των ευλαβών λευιτών, που στήριξαν ανθρώπους, άκουσαν τον πόνο τους, ανέλαβαν ευθύνες και βάρη, ύψωσαν τα χέρια τους στο θυσιαστήριο. Οι ιερείς και οι διάκονοι που διακόνησαν στο Ναό είναι: αρχιμ. Ιερεμίας Βλαχάκης, πρωτ. Ανδρέας Οικονόμου, σακελάριος Δημήτριος Παππαδάκης, οικονόμος Δημήτριος Παππαδάκης, πρωτ. Βασίλειος Αθανασίου, πρωτ. Γεώργιος Πυρουνάκης, αρχιμ. Νεόφυτος Σταματιάδης, πρωτ. Εμμανουήλ Χατζηανδρέου, οικονόμος Κωνσταντίνος Χιόνης, πρωτ. Νικόλαος Ζολώτας, αρχιμ. Θεόκλητος Σφήνας μετέπειτα Μητροπολίτης Γρεβενών, αρχιμ. Γεώργιος Σιγάλας νυν Μητροπολίτης Γρεβενών, πρωτ. Σωτήριος Κασσίλος, πρωτ. Μιχαήλ Φερούσης, πρωτ. Γεώργιος Βαλλιάνος, αρχιμ. Θεοδόσιος Φραγκιάδης, αρχιμ. Δωρόθεος Λιγνός, αρχιμ. Πολύκαρπος Κοροβέσης, ιερομ.Ιοβιανός Λαυράκάς, πρωτ. Δημήτριος Μαρκάτης, αρχιμ. Αθανάσιος Κοντογιάννης ηγούμενος της Μονής Πεντέλης, αρχιμ. Συνέσιος Αναστασίου, πρωτ. Ιωάννης Παπαδημητρίου, πρωτ. Αντώνιος Μάρκαρης, πρωτ. Γεώργιος Καλαπανίδας, αρχιμ. Χριστόφορος Παπαδόπουλος μετέπειτα ηγούμενος της Μονής Πετράκη, πρωτ. Δημήτριος Μαραγκουδάκης, αρχιμ. Ιερεμίας Φούντας μετέπειτα Μητροπολίτης Γόρτυνος και Μεγαλουπόλεως. Διάκονοι: Δωρόθεος Φλέγκας, Γερμανός Τζερέφος, Δωρόθεος Δολέγκας, Ειρηναίος Λοράνδος, Ιωάσαφ Χάνος, Θεόκλητος Καντάρης, Νεόφυτος Χαροντάκης, Νικόλαος Ζορμπάς, Γεώργιος Καλαμάρης, Εμμανουήλ Λαλαΐτης, Νίκανδρος Καρακωστόπουλος, Τίτος Μπουρλάκης, Δημήτριος Γκούμας, Ανδρέας Χατζηξένης, Εμμανουήλ Βιζηλαίος, Ιερώνυμος Αρβανίτης, Νικόλαος Πολυχρόνης, Νικόλαος Ζορμπάς, Χρίστος Χριστοδούλου, Θεόδωρος Χίτσιος, Ιωάννης Λιακόσταυρός, Γεώργιος Θεοχάρης. Σήμερα διακονούν τον Ναό οι: Προϊστάμενος πρωτ. Ιωάννης Παναγιώτου, πρωτ. Χρίστος Χριστοδούλου, πρωτ. Αντώνιος Φύτρος, διακ. Φανούριος Κατσαρός.

Ψάλτες που διακόνησαν τα αναλόγια του Ναού είναι οι: Χρίστος Μίγκας, Κωνσταντίνος Βενιζέλος, Γεώργιος Πόμενας, Νικόλαος Βλαχόπουλος, Ρουσουνέλος, Παναγιώτης Δουκάκης, Μιχαήλ Μαζοκοτάκης, Γεώργιος Ασημακόπουλος, Γρηγόριος Βαλληνδράς, Νικόλαος Νικολαΐδης, Ιωάννης Βαλαδάκης, Ιωάννης Παναγιωτόπουλος ή Κούρος, Γεώργιος Κλειδάς, Μηνάς Μηναΐδης, Απόστολος Βαληνδράς, Δημήτριος Βεργιάνης, Κωστόπουλος Παναγιώτης, Ηλίας Σερασκέρης, Αθανάσιος Πέτας, Διαμαντής Μαυραγάνης, Φλωτης Δαλαλίδης, Γεώργιος Κυριαζάνος, Σπυρίδων Παυλάκης, Λάζαρος Κουμεντάκης, Φώτης Κετσετζής. Σήμερα ψάλλουν οι αξιόλογοι ιεροψάλτες Χρυσοβαλάντης Σαραφείδης, Ιωάννης Γεωργόπουλος, Εμμανουήλ Σταυρουλάκης.

 ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ ΕΡΓΟ

Τα πολλά αναθήματα που υπάρχουν μαρτυρούν την ζωντανή παρουσία των Αγίων. Οι προσφορές των προσκυνηταριών και άλλων κατασκευών από συλλόγους ( Χιώτες, Κρήτες κλπ.), συντεχνίες (έμποροι, τεχνίτες) και ιδιώτες φανερώνουν ότι πολλοί πιστοί επικαλούνταν και είχαν προστάτες τους Αγίους.

Παράλληλα,  ηενορία τω Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης στήριξε και υλικά τους αναξιοπαθούντες κάθε εποχής με όλα τα μέσα, τόσο στα δύσκολα χρόνια μετά τη Μικρασιατική καταστροφή το 1992, όταν το λιμάνι του Πειραιά γέμισε με 30.000 πρόσφυγες από τους οποίους οι 17.000 έμειναν για αρκετό καιρό άστεγοι, όσο και κατά την Γερμανική Κατοχή.

Ο Ναός κατά το έτος 1934 λειτούργησε ως το πρώτο διδακτήριο του Νυκτερινού Γυμνασίου.

Μετά τον βομβαρδισμό της πόλης στις 11 Ιανουαρίου του 1944 και την κατάρρευση του Ιερού Ναού της Αγίας Τριάδος, φιλοξένησε κάτω από τους θόλους του τα ιερά σκεύη, τις αγίες εικόνες και τα τίμια λείψανα που φυλάσσονταν στον Καθεδρικό Ναό. Από τότε ο Ναός των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης έγινε δύο φορές Καθεδρικός Ναός του Πειραιά και εκεί τελούνταν οι μεγάλες εθνικές εορτές της 25ης Μαρτίου και της 28ης Οκτωβρίου.

Ο ναός έχει παρεκκλήσια αφιερωμένα: στον άγιο Λουκά Συμφερουπόλεως τον ιατρό (Πνευματικό Κέντρο), στον άγιο Παΐσιο τον Αγιορείτη (Πνευματικό Κέντρο), στον άγιο Κυπριανό και Ιουστίνη (Πνευματικό Κέντρο), στον όσιο Παρθένιο επίσκοπο Λαμψάκου (γυναικωνίτης), στον άγιο Στυλιανό (γυναικωνίτης), στον άγιο Αθανάσιο (δεξιό κλίτος), στον άγιο Δημήτριο (αριστερό κλίτος), στην Αγία Βαρβάρα (Φίλωνος 5), στον Άγιο Πορφύριο (Εντευκτήριο).

Στο σκευοφυλάκιο του Ναού φυλάσσονται τεμάχιο των λειψάνων του Αγίου Κωνσταντίνου, του Αγίου Νεκταρίου, του Αγίου Κωνσταντίνου του Υδραίου, του Αγίου Λουκά του ιατρού, της Αγίας Ελένης της Σινωπίτιδος, της Οσίας Μεθοδίας εν Κιμώλω, του Αγίου Παρθενίου ,των Αγίων δέκα μαρτύρων των εν Κρήτη, του Αγίου Χαραλάμπους, των Αγίων Σαββαϊτών πατέρων, του Αγίου Πέτρου του αθωνίτου, του Αγίου Ακύλα, πέτρα από τον τόπο  μαρτυρίου της Αγίας Μαρκέλλας, καθώς και μικρό τεμάχιο του Τιμίου Ξύλου. Ακόμη, τιμαλφέστατο απόκτημα του Ναού αποτελεί ακριβές αντίγραφο, της Εικόνας της Παναγίας της Τριχερούσας.

Το 1996 αγοράστηκε ένα νεοκλασικό οίκημα στην οδό Ευρυπίδου 93, το οποίο χρησιμοποιείται ως Πνευματικό Κέντρο και στεγάζει τα κατηχητικά σχολεία και άλλες δραστηριότητες, ενώ καθημερινά σ’ αυτό σιτίζονται 120 άποροι αδελφοί μας

Εκδόσεις περιοδικών: «Χάρτινο Καράβι» και «Ισαπόστολοι»

Πρόσφατες ενημερώσεις